ἐΰπλειος

ἐΰπλειος, η, ον,
A well filled,

κὰδδ' ἄρα πήρην θῆκεν ἐϋπλείην Od.17.467

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εΰπλειος — ἐΰπλειος, είη, ον (Α) (επικ. τ.) καλά γεμισμένος («κὰδ δ ἄρα πήρην θῆκεν ἐϋπλείην» ακούμπησε έπειτα κάτω την καλογεμισμένη σακούλα, Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πλείος (< πίμπλημι «γεμίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • εύπληος — εὔπληος, ον (Α) (επικ. τ.) βλ. εύπλειος …   Dictionary of Greek

  • ἐυπλείην — ἐϋπλείην , ἐύπλειος well filled fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.